δημογράφος


δημογράφος
ο
1. αυτός που ασχολείται με τη δημογραφία
2. αυτός που εργάζεται σε δημογραφική υπηρεσία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δήμος — (5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος, γιος του Πυριλάμπη που φημιζόταν για το κάλλος του. Για την ομορφιά του γίνεται λόγος στον Γοργία του Πλάτωνα και στον Αριστοφάνη. Το σπίτι του Πυριλάμπη και του Δ. ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα για τα πτηνοτροφεία του,… …   Dictionary of Greek

  • Γκιγιάν, Ασίλ — (Achille Guilland, 1799 – 1876). Γάλλος φυσιοδίφης και δημογράφος. Μεταχειρίστηκε πρώτος τον όρο δημογραφία, στο έργο του με τίτλο Στοιχεία ανθρώπινης στατιστικής ή συγκριτικής δημογραφίας (1855). Ο Γ. όρισε τη δημογραφία ως τη «φυσική και… …   Dictionary of Greek

  • Λότκα, Άλφρεντ Τζέιμς — (Alfred James Lotka, 1880 – 1949). Αμερικανός δημογράφος και μαθηματικός, αυστριακής καταγωγής. Ο Λ. καθόρισε την έννοια του σταθερού πληθυσμού, ενώ διεξήγαγε παρατηρήσεις σχετικά με την εξέλιξη του πληθυσμού, όταν οι συνθήκες θνησιμότητας και… …   Dictionary of Greek

  • Πιρλ, Ραϊμόνδος — (Pearl, 1879 – 1940). Αμερικανός βιολόγος, δημογράφος και στατιστικός. Σπούδασε στο κολέγιο Ντάρτμουθ και το 1902 έγινε διδάκτορας στο πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν, όπου δίδαξε ζωολογία. Την περίοδο 1907 1918 ήταν διευθυντής του τμήματος βιολογίας… …   Dictionary of Greek

  • Σοβί, Άλφρεντ — (Sauvy). Γάλλος κοινωνιολόγος, δημογράφος και οικονομολόγος (1898). Οργάνωσε το Εθνικό Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών, το οποίο διεύθυνε ως το 1963. Διετέλεσε διευθυντής της έδρας της δημογραφίας στο Κολέγιο της Γαλλίας. Διατύπωσε τις βασικές… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.